Διάκριση εργαζομένων σε υπαλλήλους και εργάτες – Ποια είναι τα κριτήρια για το ύψος της αποζημίωσης απόλυσης

Τα τελευταία χρόνια, όπου η οικονομική κρίση μαστίζει τη χώρα μας με τεράστιο αντίκτυπο και στις εργασιακές σχέσεις, με τα εργατικά δικαιώματα να δέχονται απανωτά κτυπήματα και τις απολύσεις να είναι στη πρώτη γραμμή των μέτρων που χρησιμοποιούν οι εργοδότες για να περικόψουν τις λειτουργικές δαπάνες σαν αντίβαρο στην μείωση της δραστηριότητας των επιχειρήσεών τους, η διάκριση των εργαζομένων σε υπαλλήλους και εργάτες αποτελεί σημαντικό ζήτημα αφού από τη διάκριση αυτή εξαρτάται και το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούνται οι εργαζόμενοι κατά την απόλυσή τους.
Η διάκριση των εργαζομένων σε υπαλλήλους και εργάτες δεν είναι καινούργιο ζήτημα αλλά είναι ένα θέμα που απασχολούσε πάντα τους παράγοντες της εργασίας και το εργατικό δίκαιο. Κι αν παλαιότερα ο διαχωρισμός αυτός ήταν ευκολότερος λόγω και των διακριτών ρόλων υπαλλήλων – εργατών, μεταξύ προσώπων δηλαδή που επιτελούσαν πνευματική και χειρωνακτική εργασία, σήμερα με την αλματώδη τεχνολογική πρόοδο, την χρησιμοποίηση όλο και περισσότερο μηχανικών μέσων και εξοπλισμού στην παραγωγή και λειτουργία των επιχειρήσεων, τα όρια διαχωρισμού πολλές φορές καθίσταται ασαφή, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται διενέξεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων ως προς το ύψος της αποζημίωσης κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Για παράδειγμα, δικαστήρια έχουν κρίνει, ότι για το χαρακτηρισμό εργαζόμενου ως υπαλλήλου, δεν αρκεί η ενασχόλησή του με το χειρισμό και τη ρύθμιση μηχανικών μέσων, με τα οποία εξ’ αιτίας της τεχνολογικής ανάπτυξης, αναπληρώνεται η μυϊκή δύναμη, αλλά απαιτείται ιδιαίτερη εμπειρία, θεωρητικές γνώσεις και μόρφωση και κυρίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Πολλές τέτοιες περιπτώσεις καταφθάνουν στις κατά τόπους επιθεωρήσεις εργασίας, όμως οι περισσότερες καταλήγουν στα δικαστήρια, αφού για την εξαγωγή συμπερασμάτων, εκτός από τα τυπικά κριτήρια είναι απαραίτητο να εξετασθούν και τα πραγματικά αντικειμενικά στοιχεία της εργασίας που παρείχε ο εργαζόμενος.
Πάντως για τον χαρακτηρισμό κάποιου εργαζόμενου ως εργάτη ή υπαλλήλου πρέπει να λαμβάνονται κατ’ αρχάς υπόψη διατάξεις νόμων, με τις οποίες προσδίδεται σε ορισμένες κατηγορίες η ιδιότητα του υπαλλήλου με βάση το τυπικό κριτήριο (πτυχίο, άδεια), όπως π.χ. πτυχιούχοι τουριστικών σχολών στα ξενοδοχεία, αδειούχοι ηλεκτρολόγοι κλπ, ή όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ) ή ατομικής σύμβασης εργασίας, στις οποίες προβλέπεται η κατάταξη των εργαζομένων στη μία ή στην άλλη κατηγορία. Σε αντίθετη περίπτωση, λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ. 2655/53 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 2112/20 περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας» (ΦΕΚ Α/299/1953), σύμφωνα με το οποίο υπάλληλος θεωρείται ο εργαζόμενος που παρέχει αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο εργασία πνευματική μη σωματική ενώ εργατοτεχνίτης ή υπηρέτης, αυτός που χρησιμοποιείται στην παραγωγή άμεσα ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή βοηθός ή μαθητευόμενος και παρέχει εργασία κατά κύριο λόγο σωματική.
Σε περίπτωση που προκύψει αμφισβήτηση, για τον χαρακτηρισμό του εργαζόμενου ως υπάλληλου ή εργάτη αρμόδια να κρίνουν είναι τα δικαστήρια.